Γύριζε σπίτι της από ένα ερημικό δρομάκι. Άλλωστε η τοποθεσία είναι αρκετά έξω από την πόλη,με συνέπεια να πρέπει να περάσει μέσα απο χωράφια,από ένα δάσος με ψηλά αραιά όμως δέντρα και να περπατήσει κατά μήκος ενός παραποτάμου.
Όταν τελικά έφτασε σπίτι της,τρομαγμένη από το χάος της νύχτας και προφανώς κουρασμένη από την μακρά διαδρομή ξάπλωσε κατευθείαν στο κρεβάτι της,με ένα περίεργο αίσθημα έντονης ντροπής και στρές μέσα της. Όμως για πρώτη φορά δεν αισθανόταν μοναξιά.
Το επόμενο πρωί ο ήλιος έμπαινε με πανούργο τρόπο απο το παράθυρο, σκαρφαλώνοντας από το πατζούρι και καταλήγοντας να διαχέεται στον χώρο σαν κύμα φωτός της Αποκάλυψης. Η λάμψη του ήταν τόση που την έφερε πίσω στην πραγματικότητα.
Βρισκόταν σε ένα μπάρ.Γύρω της ο κόσμος ακουγόταν σαν οχλοβοή που αναμιγνυόταν με την χαλαρή μουσική σαν να ήταν οι στίχοι του. Καθόταν στην μπάρα και δίπλα της ήταν ένα περιέργως γνωστό της πρόσωπο: το αγόρι που είχε γνωρίσει! Την κοίταζε σαν μαγεμένος μέσα στα μάτια και χαμογελούσε εκδηλωτικά,ώσπου τελικά ήρθε κοντά της και...
Και τότε ο ήλιος μπαίνοντας από το παράθυρο,καρφώθηκε στα κλειστά της μάτια.Κατσούφα εκείνη,σηκώθηκε και πήγε να πιεί ένα φλιτζάνι καφέ.Καθώς ρούφαγε μια γουλιά σκεφτόταν τα χθεσινοβραδινά καθώς και το όνειρο και προσπαθούσε να διαχωρίσει πραγματικό απο ψεύτικο. Όλα μοιάζαν τόσο αληθινά που μετά βίας αντιλήφτηκε πως η σκηνή απο το μπάρ ήταν ψεύτικη.'Ποιός να είναι αραγέ;' αναρωτήθηκε και σηκώθηκε για να κάνει τις καθιερωμένες δουλειές του σπιτιού.
No comments:
Post a Comment