9/05/2010

Το τέλος της αρχής

Ο χαμός του πατέρα της την είχε καταστρέψει ψυχολογικά. Στεκόταν με τις ώρες να ατενίζει τη θάλασσα που εκείνος τόσο αγαπούσε,αφού ήταν ναυτικός. Τα ψαροβαρκάκια που -μετά βίας- επέπλεαν στην επιφάνεια του νερού φαίνονταν ώρες ώρες έτοιμα να χαθούν μαζί του. Ποτέ της μέχρι εκείνη την ημέρα δεν είχε εκτιμήσει πραγματικά την ομορφιά της ζωής,ποτέ της μέχρι την ημέρα που ο πατέρας της κατέρρευσε και κατέληξα να αποβιώσει στην κλινική.
Από μικρό παιδί αισθανόταν εγκαταλελειμένη,οι γονείς της πάντα δούλευαν μέχρι αργά το βράδυ και εκείνη απλά καθόταν και δημιουργούσε φανταστικούς φίλους για να αισθανθεί αγάπη.Η αγαπημένη της φίλη,η Αμάντα,την ακολουθούσε παντού,μαθαίνοντας μαζί της την ζωή,βλέποντας και ακούγοντας ό,τι και εκείνη,μέχρι την εισαγωγή της στο Γυμνάσιο.Απο κεί και έπειτα προτίμησε την μοναξιά,αφιερώθηκε στη μουσική,διεύρυνε τους μαθησιακούς της ορίζοντες.Αλλά ήταν πάντα μόνη.
Είχε μόλις πατήσει τα δεκαεπτά και η ζωή της της φενόταν ως επί το πλείστον βαρετή εως και ανούσια. Θεωρούσε πως είχε δοκιμάσει ό,τι μπορούσε να έχει κάνει κάποιος άνθρωπος, οπότε πλέον έψαχνε καινούριο νόημα στην ζωή της. Η μετακόμισή της με τον πατέρα της,μετά τον δύσκολο χωρισμό των γονέων της,σε μια μοναχική κατοικεία κοντά στη θάλασσα νόμισε ότι θα της εξασφάλιζε καινούριες εμπειρίες,νέα πνοή ζωής. Και τελικά είχε δίκιο.
Ήταν τρίτη Σεπτεμβρίου,τα πρώτα φθινοπωρινά φύλλα των δέντρών είχα αρχίσει τον αργό θάνατό τους,όταν πέθανε ο πατέρας της.
Την ίδια ημέρα,το βράδυ,σκέφτηκε να επισκευτεί το ΄κέντρο της κοντινής πόλης για να γαληνέψει. Είχε συνηθίσει την ηρεμία οπότε ήταν ιδιαίτερα ξεκούραστη μια εξόρμηση στην πόλη. Καθώς ,λοιπόν,καθόταν σε ένα παγκάκι στη λίμνη κάποιου πάρκου,παρακολουθόντας τους περάστικους,ένιωσε μια παρουσία δίπλα της.
-Έχεις φωτιά;
Ήταν ένας γοητευτικός νέος. Η απάντηση δεν της βγήκε εύκολα καθώς τα μάτια της βρίσκονταν καρφωμένα στα σκιστά,πράσινα μάτια του.
-Όχι,δεν καπνίζω,είπε τελικά.
-Α,κατάλαβα,είπε εκείνος και χαμογέλασε, Και γιατί τότε κάθεσαι εδώ,μέσα στη νύχτα και κυρίως μέσα στο κρύο;
Εκείνη είχε σκύψει το κεφάλι και κοίταζε το έδαφος.Η αμηχανία και η ντροπή της,είχαν εκτοπίσει την γλώσσα της με συνέπεια η αρθρωση μιασ -οποιασδήποτε-λέξης να είναι αδύνατη.Όποτε απλα κούνισε το κεφάλι της.
Αυτός γέλασε ελαφρώς,έβγαλε έναν αναπτήρα απο την τσέπη του και άναψε το τσιγάρο που τόση ώρα κράταγε στο στόμα του.Αυτή είχε σαφώς παραξενευτεί πολύ.
-Μα...είχες αναπτήρα,είπε σιγανόφωνα.
Παίρνοντας μια τζούρα,και αφού φύσιξε τον καπνό κάπου προς το άπειρο γύρισε και της απάντησε"Ναι όμως δεν είχα πρόφαση να σου μιλήσω!".
Εκείνος χαμογελούσε ενώ η κοπέλα αισθανόταν την καρδιά της να καλπάζει έντονα και άρρυθμα ώσπου τελικά αντί να απαντήσει απλώς χαμογέλασε.
-Θες να πάμε για ποτό; τη ρώτησε εκειίνοσ δέιχνοντας ένα στενό πιο πέρα.
-Νομίζω ότι είναι αργά..Καλύτερα να πάω σπίτι,είπε εκείνη με κάποιον ενδοιασμό στη φωνή της.
-Καλώς..Το όνομά σου,θα μπορούσα να το μάθω;
Μα ήταν ήδη αργά. Η κοπέλα είχε ήδη φύγει από το σημείο.


(ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ)

No comments: