Περπάταγε.Διαβάτης σε ένα μονοπάτι γνώριμο μα και τόσο άγνωστό της.Ο αέρας μάνιαζε αντιλαμβανόμενος την ύπαρξή της.Όμως μια φιγούρα στο βάθος του δρόμου τρεμόπαιζε,ήταν απλώς μια σκιά αλλά για κάποιο λόγο εκείνο προς αυτήν όδευε.Η νύχτα την έβλεπε ως έναν επίσης απρόσκλητο και ίσως απρόσμενο επισκέπτη ωστόσο η απόγνωση στα ΄ματια της κοπέλας την φόβιζε τόσο ώστε δεν έβρισκε τρόπο να την σταματήσει.Πέρασε όλο το βράδυ περπατώντας ασταμάτητα,με τα μάτια καρφωμένα στο τέλος του μονοπατιού,και όταν η αυγή χάραξε στον ορίζοντα,η σκιά χάθηκε μαζί με το σκοτάδι και η απόγνωση της κοπέλας μετατράπηκε σε τρόμο.
Ήταν όμως μέρα και τίποτα ποτέ δεν είναι πιο ορατό,πραγματικό και αλάνθαστο παρά μέσα στο φως της ημέρας.Γιατί το φως αγγίζει τους ορίζοντες,διαγράφει τα περιγράμματα,ξεχωρίζει τις μορφές,αποκαλύπτει τις ατέλειες χωρίς δισταγμούς. Ο ίδιος ο ήλιος όμως κρύβεται καλά τόσο μακρυά απί τη γη,δίνοντας την αίσθηση πως είναι μια ζεστή,πορτοκαλένια μπάλα που αγκαλιάζει και ζωντανεύει την πλάση.'Γιατί να σε πιστέψω,λοιπόν;' συλλογίστηκε και συνεχίζοντας να ψάχνει για την σαγηνευτικότατη μορφή έπεσε πάνω σε μια γέρικη λεύκα. Την παρατήρησε να λυκνίζεται στο απαλό,εύθυμο-πλέον-αεράκι,να λιάζεται ανέμελα στον ήλιο σαν να χορεύει στην ακροθαλασσιά.
Παρόλο που ήταν μέρα εκείνη ήξερε πως αυτή ήταν η μορφή την όποία κυνηγούσε όλο το βραδυ. Κούρνιασε λοιποίν κάτω από τον κορμό της και κλείνοντας τα μάτια της,η καρδιά της μπόρεσε γλυκά να σταματήσει να χτυπά.
No comments:
Post a Comment