Εξέπνευσε. Το δήλητήριο θά'χε φτάσει ήδη στα πνευμόνια της.
Ένιωθε το στήθος της βαρύ. Ένιωθε το κρύο άγγιγμα του Χάροντα να της τραβάει τρυφερά την ψυχή.
Σταδιακά έχασε την αίσθηση των άκρων της. Τουλάχιστον αισθανόταν το κεφάλι της. Αισθανόταν το κεφάλι της να σιγοβράζει στην πυχτή ζέστη. Ο ιδρώτας της εξατμιζόταν μαζί με τη ζωτική της ουσία.
Άπνοια και σιγή στο δωμάτιο. Μονάχα η ασταθής, τραμουλιαστή αναπνοή της έδινε σημάδια ζωής.
Το δηλητήριο δρούσε αργά, σα να ήθελε να τη βασανίσει πρώτα. Εκείνη ένιωθε σα να ζούσε σε ένα μεσαιωνικό σαδιστικό όνειρο.
Κανείς δε θα έγραφε το επικηδειό της. Αυτό, δηλαδή, νόμιζε μέχρι εκείνη τη στιγμή.
Εξέπνευσε. Και ξαφνικά μια ρηπή ανέμου της σιγοψιθύρισε τραγούδια ενός άλλου κόσμου.
Δεν είχε πεθάνει. Ακόμα, τουλάχιστον. Τον ήξερε αυτόν τον κόσμο. Τον είχε ζήσει.
Ο άνεμος της χάιδεψε τα μαλλιά σα στοργικός πατέρας και της έδωσε μια ακόμα αναπνοή.
Και άλλη μία.
Και άλλη μία.
Η κοπέλα χαμογέλασε με τη δροσερή γεύση του αναπάντεχου ανέμου.
Και τότε στάλλες βροχής μπήκαν προκλητικά στο τραγούδι του βορειά.
Στην αρχή λίγο πιο διστακτικά, μα στη συνέχεια με μεγαλύτερη ορμή,
χόρευαν μαζί με τον αγέρα που φάνηκε επιδέξιος παρτενερ.
Και σαν η βροχή να της παρέτεινε την καταδικασμένη της ζωή. Σαν ο αέρας να θυσιάστηκε για να την ελευθερώσει...
Ένιωθε το στήθος της βαρύ. Ένιωθε το κρύο άγγιγμα του Χάροντα να της τραβάει τρυφερά την ψυχή.
Σταδιακά έχασε την αίσθηση των άκρων της. Τουλάχιστον αισθανόταν το κεφάλι της. Αισθανόταν το κεφάλι της να σιγοβράζει στην πυχτή ζέστη. Ο ιδρώτας της εξατμιζόταν μαζί με τη ζωτική της ουσία.
Άπνοια και σιγή στο δωμάτιο. Μονάχα η ασταθής, τραμουλιαστή αναπνοή της έδινε σημάδια ζωής.
Το δηλητήριο δρούσε αργά, σα να ήθελε να τη βασανίσει πρώτα. Εκείνη ένιωθε σα να ζούσε σε ένα μεσαιωνικό σαδιστικό όνειρο.
Κανείς δε θα έγραφε το επικηδειό της. Αυτό, δηλαδή, νόμιζε μέχρι εκείνη τη στιγμή.
Εξέπνευσε. Και ξαφνικά μια ρηπή ανέμου της σιγοψιθύρισε τραγούδια ενός άλλου κόσμου.
Δεν είχε πεθάνει. Ακόμα, τουλάχιστον. Τον ήξερε αυτόν τον κόσμο. Τον είχε ζήσει.
Ο άνεμος της χάιδεψε τα μαλλιά σα στοργικός πατέρας και της έδωσε μια ακόμα αναπνοή.
Και άλλη μία.
Και άλλη μία.
Η κοπέλα χαμογέλασε με τη δροσερή γεύση του αναπάντεχου ανέμου.
Και τότε στάλλες βροχής μπήκαν προκλητικά στο τραγούδι του βορειά.
Στην αρχή λίγο πιο διστακτικά, μα στη συνέχεια με μεγαλύτερη ορμή,
χόρευαν μαζί με τον αγέρα που φάνηκε επιδέξιος παρτενερ.
Και σαν η βροχή να της παρέτεινε την καταδικασμένη της ζωή. Σαν ο αέρας να θυσιάστηκε για να την ελευθερώσει...
No comments:
Post a Comment