"Υπέροχη μέρα!"αναφώνησε και το πρόσωπό της έλαμψε.Ο βασιλιάς του αιθέρα είχε γεμίσει την πλάση με φως μαγικό, μια λάμψη που ξυπνούσε δίψα για ζωή. Βήμα γοργό και βρίσκεται στη δουλειά. "Καλημέρα Λίλη! Καλημέρα Μαίρη!" φώναξε από την άκρη του διαδρόμου στους συνεργάτες της που δεν ήταν και τόσο ενθουσιασμένοι για το ξεκίνημα της ημέρας. "Αυτή η σκρόφα,άκουσα ότι απατάει τον άντρα της. Μάλλον για αυτό έχει τόσο καλή διάθεση κάθε μέρα" ψιθύρισε η μια υπάλληλος στην άλλη και χασκογέλασαν μαζί.
("Ούτε καν με ξέρετε..")
Σύντομα χτύπησε η πόρτα του γραφείου της. "Καλημέρα αφεντικό!" είπε εκείνη γυρίζοντας το κεφάλι της προς την πόρτα. "Καλημέρα! Λοιπόν, αύριο παίρνεις ρεπό;" απάντησε εκείνος και κάθισε στο γραφείο της."Μα,όχι,όχι, από εβδομάδα."ανταπάντησε εκείνη συνεχίζοντας να φοράει το πιο λαμπερό χαμόγελό της."Μην ανησυχείς,το κανόνισα εγώ γλυκιά μου" είπε το αφεντικό της και άρχισε να χαϊδεύει το μηρό της απαλά,κατευθυνόμενος ανοδικά.Εκείνη σηκώθηκε γρήγορα από την καρέκλα της και με βιαστικές κινήσεις άρχισε να ψάχνει κάτι έγγραφα στη βιβλιοθήκη της,κρατώντας το ευγενικό της χαμόγελο στο πρόσωπό της. Τα πρώτα σύννεφα είχαν σχηματίσει ένα βαρύ γκρίζο πέπλο στα ουράνια,προμηνύοντας τη διάθεση του Δημιουργού.
("Δεν είμαι παιχνίδι..")
Γυρνώντας σπίτι βρήκε τη μητέρα της ξαπλωμένη στο σαλόνι του σπιτιού.Την πλησίασε και τη χάιδεψε στοργικά.Σύντομα η μητέρα έστρεψε το βλέμμα της προς το μέρος της.Βλέμμα βουρκωμένο και χαμένο. Η βροχή έξω είχε δυναμώσει,αλλά όλη η γειτονιά μπορούσε να ακούσει τις φωνές από το σπίτι τους."Δεν έχει όρια η ανικανότητά σου! καταριέμαι τη μέρα που σε γέννησα!". Κεραυνοί έσκισαν τους ουρανούς και καταρράχτες χύθηκαν από τα κατάμαυρα πια σύννεφα. Τώρα τα μάτια και των δυο ήταν βουρκωμένα. Η μητέρα της ήπιε άλλο ένα ποτήρι ουίσκι και θόλωσε ακόμη περισσότερο.Εκείνη την παρακολουθούσε με μάτια γεμάτα αγωνία,θολωμένα από τα δάκρυα,που δεν τα άφηνε να κυλήσουν."Σ'αγαπάω" είπε στη μητέρα της και κατέβαλε προσπάθεια να χαμογελάσει.
("Δεν έχω κανέναν δίπλα μου.")
Έκλεισε την πόρτα πίσω της. Κατευθύνθηκε στο σπίτι του αρραβωνιαστικού της,με μάτια λαμπερά και πάλι. "Άργησες! Σου έχω πει ότι δε θα αργείς να έρχεσαι,μ'ακούς;". Τα λόγια του μαστίγωναν την ψυχή της και η ζώνη του μαστίγωνε το κορμί της. Εκείνος πήγε για ύπνο. "Και μην αργήσεις!" φώναξε από το υπνοδωμάτιο. "Ναι, καρδιά μου!" απάντησε εκείνη και του έστειλε ένα πεταχτό φιλί.
(Έχω και εγώ ψυχή!Μη με βασανίζετε!)
Κοίταξε στον καθρέπτη το κορμί της,γεμάτο με σημάδι και μελανιές, αποτυπώματα του παρόντος και του παρελθόντος. Κανένα δάκρυ δεν είχε κυλήσει όλη μέρα. "Ίσως για λίγο" ψιθύρισε στον εαυτό της και έβγαλε το προσωπείο της. Πίσω από τη μάσκα φαίνονταν πια τα πρησμένα, κοκκινισμένα μάτια της, υγρά από το συνεχές κλάμα. Κοίταξε το ομοίωμά της άλλη μια φορά, κοίταξε τον πραγματικό της εαυτό. Η καταιγίδα είχε κοπάσει και επικρατούσε σχεδόν νεκρική σιγή. Εκείνη βαριανάσαινε.Τα χείλη της είχαν ξεραθεί. Έπνιξε τους λυγμούς της. Έπνιξε τον εαυτό της. Σταγόνες ακούστηκαν να σωριάζονται στο μπαλκόνι από την οροφή. Δάκρυα ακούστηκαν να σωριάζονται στο ξύλινο πάτωμα του δωματίου της."Ούτε καν με ξέρετε.Δεν είμαι κανενός παιχνίδι..Μπορεί να μην έχω κανέναν δίπλα μου,αλλά έχω και γω ψυχή! Μη με βασανίζετε!" ψιθύρισε στον εαυτό της και ξαναφόρεσε το προσωπείο της, έτοιμη για την επόμενη μέρα που την περιμένει.
No comments:
Post a Comment